Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Το ρύζι έχει βράσει


Ο έκτος πατριάρχης του Ζεν HuiNeng έχασε τον πατέρα του σε ηλικία τριών ετών και άρχισε να περιφέρεται με την μητέρα του στην περιοχή Lingnan. Μεγάλωσε μέσα στην εξαθλίωση και την φτώχεια και συντηρούσε την μητέρα του κόβοντας ξύλα και πουλώντας τα. Όταν κάποια στιγμή την ώρα που παρέδιδε κάτι ξύλα άκουσε έναν άνθρωπο να απαγγέλλει το Διαμαντένιο Σούτρα, συγκινήθηκε από την αλήθεια μέσα του και αποφάσισε να στραφεί στον Βουδισμό. Αποχαιρέτησε την μητέρα του και αφού ταξίδεψε χιλιάδες μίλια πεζός, έφτασε στο μοναστήρι του ανατολικού όρους της επαρχίας Hubei.

Όταν ο HuiNeng παρουσιάσθηκε στα πόδια του πέμπτου πατριάρχη HongRen, ο πατριάρχης τον ρώτησε: "Από που έρχεσαι και τι ζητάς;"
"Είμαι ένας αγράμματος άνθρωπος από το Xinzhou του Lingnan. Κατέφθασα από μακριά για να σας δω. Ζητάω να γίνω Βούδας και τίποτα άλλο" απάντησε ο HuiNeng.
Ο πατριάρχης όταν τον άκουσε του είπε: "Εσύ, ο σπόρος μιας βαρβαρικής γενιάς από το Lingnan, πως μπορείς να γίνεις Βούδας;"

Με ταπεινότητα ο Huineng απάντησε στον δάσκαλο: "Ο κόσμος των ανθρώπων διαχωρίζει κατηγορίες. Όμως στο επίπεδο της Βουδικής φύσης δεν υπάρχουν τέτοιες διαφοροποιήσεις. Ο βάρβαρος είναι διαφορετικός από έναν μοναχό, όμως πως μπορεί η Βουδική φύση των δυο να είναι διαφορετική; Άκουσα, πως ο Βούδας προσφέρει πέρασμα για όλα τα ενσυναίσθητα έμβια όντα. Πώς γίνεται λοιπόν να αψιμαχούμε πάνω σε αυτό ;". Βλέποντας ο Hongren το βαθμό αφύπνισης του Huineng αποφάσισε να του επιτρέψει να μείνει.
Όμως οι μαθητές του πέμπτου πατριάρχη στο σύνολο τους ασκούντο ήδη πολλά χρόνια και δεν θα ήταν συνετό ο HuiNeng να παρουσιασθεί ως άμεσος μαθητής του δασκάλου και ίσος των υπολοίπων και για αυτό ο δάσκαλος αποφάσισε να τον κρατήσει για διάφορα θελήματα περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία να τον εισάγει στον στενότερο κύκλο των μαθητών του. Έτσι του ανατέθηκαν διάφορες χειρωνακτικές εργασίες - όπως το να κόβει ξύλα και να αλέθει το ρύζι. Για οκτώ μήνες συνεχίστηκε αυτό, δίχως να του δοθεί ευκαιρία να μπει στην αίθουσα διαλογισμού.

Μια μέρα, ένας μικρός μοναχός πέρασε από τον μήλο στο οποίο άλεθαν το ρύζι απαγγέλοντας κάτι και τότε ο HuiNeng τον ρώτησε τι ήταν αυτό το ποίημα. Ο μοναχός του απάντησε πως ήταν το ποίημα(Gatha) το οποίο συνέταξε ο Shenxiu και έγραψε πάνω σε ένα τοίχο και το οποίο ήταν τόσο καλό που στην συνέχεια ο δάσκαλος ζήτησε απ'όλους να μάθουν. "Θα ήθελα και εγώ να μάθω αυτό το ποίημα, θα μπορούσες να με οδηγήσει στον τοίχο;", είπε ο HuiNeng.

Ο μικρός μοναχός, τον έφερε μπροστά στο ποίημα και για χάρη του αγράμματου HuiNeng, το διάβασε:
"Το σώμα είναι το δέντρο Bodhi. Ο νους είναι η βάση ενός αψεγάδιαστου καθρέπτη. Γυαλίζοντας τον, δεν επιτρέπουμε στην σκόνη να καθίσει πάνω του."
Ο HuiNeng άκουσε το ποίημα και αμέσως είπε: "Και γω έχω ένα ποίημα, θα μπορούσες να το γράψεις εκ μέρους μου;"

Όσο απήγγειλε το δικό του gatha, ο μικρός μοναχός με το δάχτυλο του ποδιού του, το χάρασσε στην μαλακή λάσπη. Όταν το ολοκλήρωσε, διαβαζόταν:
"Το δέντρο Bodhi, δεν έχει σώμα. Ο άσπιλος καθρέπτης δεν στηρίζεται σε μια βάση. Δίχως να υπάρχει κάτι, που θα μπορούσε η σκόνη να καθίσει;"
 Ο κόσμος που το είδε δεν έμεινε αδιάφορος. Ο ίδιος ο πέμπτος πατριάρχης θορυβημένος μόλις το είδε, έσπευσε να το σβήσει με το πόδι του λέγοντας "Ούτε αυτό είναι προϊόν πραγματικής αφύπνισης."

 Την επόμενη ημέρα, ο πατριάρχης Hongren πήγε στον μήλο και εκεί είδε τον Huineng να αλέθει το ρύζι και να μιλάει στον εαυτό του προβληματισμένος: "Οι άνθρωποι που αναζητούν το Dharma, για χάρη του ξεχνούν το σώμα. Έτσι φαίνεται να είναι τα πράγματα..."
 Ο δάσκαλος τότε τον ρώτησε: "Το ρύζι, έχει βράσει;"
 "Το ρύζι έχει βράσει εδώ και καιρό, τώρα απλά κάνω την διαλογή", απάντησε ο HuiNeng
Ο δάσκαλος με το μπαστούνι του χτύπησε το γουδί τρεις φορές και ύστερα αποχώρησε.

Αργά εκείνο το βράδυ (την ώρα της τρίτης βάρδιας), ο HuiNeng παρουσιάσθηκε στο δωμάτιο του δασκάλου και ο ο δάσκαλος του μετέδωσε την διδασκαλία του Sutra του Διαμαντιού. Καθώς ο δάσκαλος έφτασε στην φράση "[...] (ο Bodhisattva πρέπει να έχει ένα νου) που να μην προσκολλάται σε τίποτα το οποίο μπορεί να γεννήσει σκέψεις" ο HuiNeng ακαριαία αφυπνίστηκε! Είχε πλέον συνειδητοποιήσει την αλήθεια πως δεν υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στην τελική πραγματικότητα(tathātā)  και τις εκδηλώσεις των φαινομένων. Έτσι έγινε και ο πέμπτος πατριάρχης μετέδωσε το χρίσμα δια μέσου της μεθόδου της στιγμιαίας φώτισης στον -έκτο πατριάρχη- Huineng και μαζί με αυτό του παρέδωσε τα ιερά κειμήλια του Bodhidharma τα οποία με την σειρά είχε αυτός παραλάβει από τον προκάτοχο του.

Ο πέμπτος πατριάρχης, φοβούμενος πως η πράξη του αυτή -να δώσει τα ιερά κειμήλια στον HuiNeng- δεν θα γινόταν κατανοητή και θα προκαλούσε τον φθόνο των υπολοίπων μαθητών του, του ζήτησε να φύγει απο το βουνό πριν χαράξει και μιας και φοβόταν πως δεν θα έβρισκε τον δρόμο αν έφευγε μόνος του, το ίδιο εκείνο βράδυ τον οδήγησε μέχρι μια μικρή βάρκα στην όχθη του ποταμού Jiujiang.

Όταν ο γερασμένος πέμπτος πατριάρχης άρχισε να κάνει κουπί για να διασχίσουν τον ποταμό ο HuiNeng είπε: "Δάσκαλε, σας παρακαλώ καθίστε. Εγώ είμαι αυτός που πρέπει να κάνει κουπί". Όμως ο πατριάρχης Hongren του απάντησε: "Είναι το καθήκον μου να σε περάσω (στην άλλη όχθη)".
"Όταν (ο μαθητής) είναι στο σκοτάδι, ο δάσκαλος τον πηγαίνει, όμως όταν ο μαθητής αφυπνιστεί, είναι μέσα από την προσωπική του προσπάθεια που θα περάσει στην άλλη όχθη", είπε ο HuiNeng.
"Έτσι είναι", συμφώνησε ο πέμπτος πατριάρχης "όμως προβλέπω πως σύντομα θα πεθάνω και θα είσαι εσύ αυτός που θα πρέπει να διδάξει το Dharma. Να τηρείς την οκταπλή ατραπό, να προστατεύεις τον εαυτό σου και να οδηγήσεις όλα τα ενσυναίσθητα έμβια πλάσματα στην άλλη όχθη. Φύγε τώρα και επέστρεψε στον νότο! Το Dharma δεν ανθίζει όταν ο χρόνος πιέζει"

Ο HuiNeng αποχαιρέτησε τον δάσκαλο και επέστρεψε στον νότο. Πολλά χρόνια αργότερα ήταν αυτός που καθιέρωσε την σχολή της αιφνίδιας φώτισης,ο πρώτος μιας νέας γενεαλογίας και ο έκτος πατριάρχης του Ζεν.



六祖惠能三岁亡父,随母流落岭南。他在贫困中长大,靠打柴卖薪奉养母亲。在一次送柴时听人诵读《金刚经》而心有感悟,决意学佛。他辞别老母,步行数千里来到湖北黄梅东禅寺。

    惠能参拜五祖弘忍大师,大师问他:“汝何方人?来求何物?”惠能答道:“弟子是岭南新州百姓,远来礼师,惟求作佛,不求余物。”五祖道:“你一个岭南俗家弟子怎么作佛?”

    惠能敬礼答道:“人有南北,佛性本无南北。俗人与僧人不同,佛性有什么不同?弟子听说佛陀普渡一切有情众生,怎么会计较这些?”五祖於此见他悟性非凡,就把他留下了。

    但是座下众弟子都已修行多年,惠能还不能眼他们一样,作为入室弟子,只好先叫他在后院干些杂活等候机会。他被分派舂米劈柴。一连干了八个月仍没有机会进入禅堂。

    一天,有个小和尚中念诗偈从碓房经过,惠能问他念什么偈子,他说是神秀上座的‘无相偈’师傅叫人人诵读,会大有功德,惠能说:“我也想诵此偈,能烦上人带我去偈前礼拜吗?”

    小和尚引他到南廊偈前,为他念诗偈道:“身是菩提树,心如明镜台。时时勤拂试,无使惹尘埃。”惠能听了诗偈随即道:“我亦有一偈,能烦上人代写出来吗?”

    他念自己的诗偈,小和尚即用脚趾在泥地上为他写了。只见地上写出的是:“菩提本无树,明镜亦非台。本来无一物,何处惹尘埃?”众人看了无不称奇,五祖也被惊动了,他看了偈子赶快用脚擦掉,连说‘也未见性,也未见性。’

    第二天五祖来到碓房,见惠能仍在踏碓,他沉吟道:“求法之人,为法忘躯,当如是乎!”他问惠能:“米熟了没有?”惠能答道:“米早熟了,只欠筛啦。”大师用禅杖至碓上敲了三下就离开了……

    当夜三更,惠能来到大师禅室,大师即为他说《金刚经》,当谈到‘应无所住而生其心’时,惠能顿时大悟,至此他已彻悟了万法与自性不分的真如本性。于是五祖便传授他顿悟法门,并将从达摩以来传递了五代的衣钵传给了他。

    五祖将‘衣钵’传给惠能,怕他遭到众僧徒的疑忌,叫他在天亮前赶快离开黄梅,又怕他不知路径,便于当夜亲自送他到九江上了一条小船。

    五祖为他摇橹渡江,惠能说:“请和尚坐,应当我来摇橹。”五祖说:“这是我渡你啊。”惠能说:“迷时师渡,悟了自渡。”五祖说:“是啊,是啊,看来不久我就要逝世,以后佛法就由你来大行了。望你善自护念,广渡一切有情众生。你回南方去吧,佛法不宜速说……”

    惠能拜别师傅,向南方走去了……。许多年以后,他就是弘扬顿悟法门的一代宗师——禅宗六祖。

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Το πιο σπουδαίο είναι να μπορείς να δεις την ευτυχία στο τώρα


Κάποτε υπήρχε ένας βουδιστικός ναός στον οποίο καθημερινά πηγαίναν πολλοί άνθρωποι για να ανάψουν θυμίαμα και να προσευχηθούν στο Βούδα. Στα δοκάρια του μοναστηριού αυτού  μια μοναχική αράχνη είχε στήσει τον ιστό της. Χάρη στις προσευχές των πιστών και το θυμίαμα που πλημμύριζε την ατμόσφαιρα, η αράχνη αυτή είχε αρχίσει να καλλιεργεί την Βουδική της φύση. Μετά από χρόνια άσκησης, η βουδική της φύση ήταν ήδη πολύ καθαρή.

Μια μέρα, ο Βούδας επισκέφθηκε τον ναό και βλέποντας όλο αυτό το θυμίαμα, έμεινε ικανοποιημένος. Καθώς ετοιμαζόταν να φύγει από το μέρος, ασυναίσθητα σήκωσε το κεφάλι του και τότε είδε για πρώτη φορά την αράχνη πάνω στον δοκό. Σταματώντας, μίλησε στην αράχνη: "Η συνάντηση μας αυτή είναι σίγουρα καρμική. Βλέποντας πως ασκείσαι εδώ και χίλια χρόνια, θέλω να ρωτήσω την άποψη σου για κάποιο θέμα. Τι λες;"
Χαρούμενη η αράχνη που της παρουσιάσθηκε ο Βούδας, συμφώνησε να απαντήσει!
Τότε είπε ο Βούδας: "Τι είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο;"
Αφού σκέφθηκε λίγο η αράχνη, του απάντησε: "Το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο, είναι αυτό που δεν μπορούμε ποτέ να έχουμε και αυτό που έχουμε ήδη χάσει".
Αφού την άκουσε ο Βούδας, έγνεψε και έφυγε.

Με αυτά και αυτά, περάσαν χίλια χρόνια ακόμη. Η αράχνη συνέχισε την άσκηση στην κατοικία της στο δοκάρι του ναού και στο μεσοδιάστημα, η πνευματική της πρόοδος ήταν ακόμα πιο μεγάλη. Ο Βούδας για άλλη μια φορά επέστρεψε στον ναό, και ξαναμίλησε στην αράχνη λέγοντας της: "Βλέπω πως είσαι ακόμα καλά. Το ερώτημα που σου έθεσα πριν χίλια χρόνια, μήπως το σκέφτηκες καθόλου;". Η αράχνη όμως για άλλη μια φορά είπε: "Το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο, είναι αυτό το οποίο δεν μπορούμε να έχουμε και αυτό το οποίο έχουμε ήδη χάσει".
"Σκέψου το καλά και εγώ θα ξαναρθώ να το συζητήσουμε", απάντησε ο Βούδας και έφυγε.

Για άλλη μια φορά χίλια χρόνια περάσαν και άξαφνα μια θυελλώδη μέρα, ο άνεμος φύσηξε και εναπόθεσε μια δροσοσταλίδα πάνω στον ιστό της αράχνης. Κοιτάζοντας η αράχνη την δροσοσταλίδα αυτή και βλέποντας το φως που ιρίδιζε μέσα από την διάφανη της μορφή, θαύμασε πόσο όμορφη είναι και στην καρδιά της γεννήθηκε ο έρωτας. Κάθε μέρα στην θέα της η αράχνη ένιωθε χαρά και από αυτές τις τρεις χιλιάδες χρόνια που περάσαν, αυτές ήταν οι πιο χαρούμενες μέρες!
Ξαφνικά όμως ο μεγάλος άνεμος ξαναπήρε την στάλα αυτή μακριά από τον ιστό. Στην στιγμή, η αράχνη ένιωσε την απώλεια και με αυτήν ήρθε ο πόνος της μοναξιάς και η στεναχώρια. Τότε της επανεμφανίσθηκε ο Βούδας ο οποίος για άλλη μια φορά την ρώτησε: "Αράχνη, αυτά τα χίλια χρόνια σου είχα αναθέσει να σκεφτείς ένα ερώτημα: Ποιο είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο;"
Η αράχνη φέρνοντας την δροσοσταλίδα στο μυαλό της, και αυτή την φορά του απάντησε: "Το πιο πολύτιμο πράγμα στο κόσμο είναι αυτό που δεν μπορούμε ποτέ να αποκτήσουμε και εκείνο το οποίο έχουμε ήδη χάσει".
Αφού άκουσε ο Βούδας της είπε: "Πολύ καλά. Αφού αυτό είναι που πιστεύεις, θα σου επιτρέψω να πας και περπατήσεις στον κόσμο των ανθρώπων."

Έτσι, η αράχνη ξαναγεννήθηκε στην αυλή του αυτοκράτορα ως η κόρη ενός πλούσιου ευγενούς. Οι γονείς της την ονόμασαν Αραχνούλα. Τα χρόνια περάσαν μέσα σε μια στιγμή και η μικρή Αραχνούλα μεγάλωσε και έγινε μια πανέμορφη και γοητευτική δεκαεξάχρονη κοπέλα με πολλές χάρες.
Μια μέρα ο αυτοκράτορας αποφάσισε να κάνει μια γιορτή για να τιμήσει τον νέο του σύμβουλο, τον Δρόσο. Στην συγκέντρωσε παρευρέθησαν πολλές κοπέλες, μαζί τους η Αραχνούλα όπως και η πριγκίπισσα Θύελλα, η κόρη του αυτοκράτορα. Ο σύμβουλος Δρόσος κατά την διάρκεια της συγκέντρωσης απήγγειλε κλασσικά ποιήματα επιδεικνύοντας μεγάλο ταλέντο και δεν υπήρξε ούτε μια κοπέλα που να ήταν εκεί και η οποία να μην συγκινήθηκε. Όμως η Αραχνούλα ούτε για μια στιγμή δεν φοβήθηκε τον ανταγωνισμό και δεν ένιωσε άγχος γιατί ήξερε, πως αυτός ο νέος ήταν το μέλλον το οποίο της είχε τάξει ο Βούδας.

Μερικές μέρες αργότερα -τελείως απρόσμενα- εκεί που η Αραχνούλα συνόδευε την μητέρα της στον ναό για να πάει να προσευχηθεί και να ανάψει θυμίαμα, να σου και ο Δρόσος με την μητέρα του! Όταν οι δυο μητέρες τελείωσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, πήγαν λίγο παράμερα και αρχίσανε να κουβεντιάζουν και η Αραχνούλα με τον Δρόσο που στεκόντουσαν στον διάδρομο αρχίσαν την δική τους κουβέντα. Η Αραχνούλα ήταν πολύ χαρούμενη μιας και επιτέλους μπορούσε να είναι μαζί με τον άνθρωπο που τόσο πολύ είχε ποθήσει, όμως ο Δρόσος δεν έδειχνε σημάδια να συμμερίζεται το ενδιαφέρον. Τότε η Αραχνούλα είπε στον Δρόσο: "Θα θυμάσαι βέβαια 16 χρόνια πριν, όλα αυτά που συνέβησαν πάνω στο ιστό μέσα στον ναό!"
Ακούγοντας ο Δρόσος σάστισε και είπε προς την Αραχνούλα: "Δεσποινίς Αραχνούλα, είστε πολύ όμορφη και πολύ συμπαθητική, όμως η φαντασία σας είναι υπερβολική". Αφού είπε αυτά αποχώρησε μαζί με την μητέρα του.
Η Αραχνούλα επέστρεψε σπίτι της, και δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της πώς γίνεται ο Βούδας που οργάνωσε αυτή την κοινή μοίρα για τους δύο τους, δεν επέτρεψε στον δρόσο να θυμάται όσα συνέβησαν στον ιστό στην προηγούμενη τους ζωή. Γιατί ο Δρόσος δεν αισθάνεται το παραμικρό για μένα;

Μερικές ημέρες αργότερα, ο αυτοκράτορας τους συγκέντρωσε και εξήγγειλε τα σχέδια του για τον σύμβουλο Δρόσο, να παντρευτεί την κόρη του Θύελλα και για την Αραχνούλα να πάρει τον διάδοχο του θρόνου, πρίγκηπα Γρασίδι για άντρα της. Η είδηση αυτή ήρθε σαν αστραπή εν αιθρία! Όσο και να το σκεφτόταν δεν μπορούσε να καταλάβει πως μπόρεσε ο Βούδας να της το κάνει αυτό. Τις επόμενες μέρες ούτε έτρωγε, ούτε έπινε αλλά είχε πέσει σε βαθιά περισυλλογή. Το πνεύμα ήταν έτοιμο να εγκαταλείψει το σώμα της και ήταν στο κατώφλι του θανάτου, όταν ο πρίγκηπας Γρασίδης το πληροφορήθηκε και ήρθε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πέφτοντας στα πόδια του κρεβατιού της, είπε στην ετοιμοθάνατη Αραχνούλα: "Την μέρα εκείνη που γιορτάζαμε στους κήπους,  ανάμεσα σε όλα τα κορίτσια που είχαν παρευρεθεί, εσένα ξεχώρισα και με την πρώτη ματιά σε ερωτεύθηκα. Για πολλές μέρες παρακάλεσα τον πατέρα να επιτρέψει την ένωση μας και στο τέλος αυτός δέχθηκε. Αν τώρα εσύ πεθάνεις, τότε και για μένα δεν έχει νόημα αυτή η ζωή" και λέγοντας αυτά έπιασε το ξίφος του έτοιμος να κόψει τον λαιμό του.

Την στιγμή εκείνη ακριβώς ο Βούδας ήρθε και προς το πνεύμα της Αραχνούλας που ήταν έτοιμο να εγκαταλείψει το σώμα της, είπε: "Αράχνη, αναρωτήθηκες ποτέ, ποίος ήταν αυτός που έφερε στο ιστό σου την δροσοσταλίδα (τον Δρόσο); Ήταν ο άνεμος (η πριγκίπισσα Θύελλα) που τον έφερε, και στο τέλος ήταν η ίδια Θύελλα που τον πήρε μακριά σου. Ο Δρόσος ανήκει στην πριγκίπισσα Θύελλα και οι στιγμές που ζήσατε ήταν μονάχα ένα μικρό συμβάν στην δική σου ζωή. Ο διάδοχος Γρασίδης όμως, ήταν κάποτε ένα μικρό αγριόχορτο μπροστά στην πόρτα του ναού, που για τρεις χιλιάδες χρόνια σε κοιτούσε, και για αυτές τις τρεις χιλιάδες χρόνια σε λάτρεψε. Όμως ποτέ εσύ δεν έσκυψες το κεφάλι σου να κοιτάξεις προς το μέρος του. Αράχνη, ήρθα ξανά να σε ρωτήσω ποιο είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στον κόσμο."

Όταν άκουσε η Αράχνη την αλήθεια, αμέσως κατάλαβε και προς τον Βούδα τότε είπε: "Το πιο πολύτιμο πράγμα στο κόσμο δεν είναι αυτό που έχασες, ούτε αυτό που ποτέ δεν θα αποκτήσεις. Το πιο πολύτιμο πράγμα είναι να μπορείς να βλέπεις την ευτυχία στο τώρα". Μόλις ολοκλήρωσε την κουβέντα της, ο Βούδας έφυγε και το πνεύμα της Αραχνούλας επέστρεψε στο σώμα της. Ανοίγοντας τα μάτια της, είδε τον πρίγκηπα Γρασίδη που ήταν έτοιμος να αυτοκτονήσει και απομακρύνοντας το ξίφος μακριά από τα χέρια του τον αγκάλιασε...

从前,有一座圆音寺,每天都有许多人上香拜佛,香火很旺。在圆音寺庙前的横梁上有个蜘蛛结了张网,由于每天都受到香火和虔诚的祭拜的熏托,蛛蛛便有了佛性。经过了一千多年的修炼,蛛蛛佛性增加了不少。

   忽然有一天,佛主光临了圆音寺,看见这里香火甚旺,十分高兴。离开寺庙的时候,不轻易间地抬头,看见了横梁上的蛛蛛。佛主停下来,问这只蜘蛛:“你我相见总算是有缘,我来问你个问题,看你修炼了这一千多年来,有什么真知拙见。怎么样?”蜘蛛遇见佛主很是高兴,连忙答应了。佛主问到:“世间什么才是最珍贵的?”蜘蛛想了想,回答到:“世间最珍贵的是‘得不到’和‘已失去’。”佛主点了点头,离开了。

   就这样又过了一千年的光景,蜘蛛依旧在圆音寺的横梁上修炼,它的佛性大增。一日,佛主又来到寺前,对蜘蛛说道:“你可还好,一千年前的那个问题,你可有什么更深的认识吗?”蜘蛛说:“我觉得世间最珍贵的是‘得不到’和‘已失去’。”佛主说:“你再好好想想,我会再来找你的。”

  又过了一千年,有一天,刮起了大风,风将一滴甘露吹到了蜘蛛网上。蜘蛛望着甘露,见它晶莹透亮,很漂亮,顿生喜爱之意。蜘蛛每天看着甘露很开心,它觉得这是三千年来最开心的几天。突然, 又刮起了一阵大风,将甘露吹走了。蜘蛛一下子觉得失去了什么,感到很寂寞和难过。这时佛主又来了,问蜘蛛:“蜘蛛这一千年,你可好好想过这个问题:世间什么才是最珍贵的?”蜘蛛想到了甘露,对佛主说:“世间最珍贵的是‘得不到’和‘已失去’。”佛主说:“好,既然你有这样的认识,我让你到人间走一朝吧。”

  就这样,蜘蛛投胎到了一个官宦家庭,成了一个富家小姐,父母为她取了个名字叫蛛儿。一晃,蛛儿到了十六岁了,已经成了个婀娜多姿的少女,长的十分漂亮,楚楚动人。

   这一日,新科状元郎甘鹿中士,皇帝决定在后花园为他举行庆功宴席。来了许多妙龄少女,包括蛛儿,还有皇帝的小公主长风公主。状元郎在席间表演诗词歌赋,大献才艺,在场的少女无一不被他折倒。但蛛儿一点也不紧张和吃醋,因为她知道,这是佛主赐予她的姻缘。

   过了些日子,说来很巧,蛛儿陪同母亲上香拜佛的时候,正好甘鹿也陪同母亲而来。上完香拜过佛,二位长者在一边说上了话。蛛儿和甘鹿便来到走廊上聊天,蛛儿很开心,终于可以和喜欢的人在一起了,但是甘鹿并没有表现出对她的喜爱。蛛儿对甘鹿说:“你难道不曾记得十六年前,圆音寺的蜘蛛网上的事情了吗?”甘鹿很诧异,说:“蛛儿姑娘,你漂亮,也很讨人喜欢,但你想象力未免丰富了一点吧。”说罢,和母亲离开了。

   蛛儿回到家,心想,佛主既然安排了这场姻缘,为何不让他记得那件事,甘鹿为何对我没有一点的感觉?   几天后,皇帝下召,命新科状元甘鹿和长风公主完婚;蛛儿和太子芝草完婚。这一消息对蛛儿如同晴空霹雳,她怎么也想不同,佛主竟然这样对她。几日来,她不吃不喝,穷究急思,灵魂就将出壳,生命危在旦夕。太子芝草知道了,急忙赶来,扑倒在床边,对奄奄一息的蛛儿说道:“那日,在后花园众姑娘中,我对你一见钟情,我苦求父皇,他才答应。如果你死了,那么我也就不活了。”说着就拿起了宝剑准备自刎。

   就在这时,佛主来了,他对快要出壳的蛛儿灵魂说:“蜘蛛,你可曾想过,甘露(甘鹿)是由谁带到你这里来的呢?是风(长风公主)带来的,最后也是风将它带走的。甘鹿是属于长风公主的,他对你不过是生命中的一段插曲。而太子芝草是当年圆音寺门前的一棵小草,他看了你三千年,爱慕了你三千年,但你却从没有低下头看过它。蜘蛛,我再来问你,世间什么才是最珍贵的?”蜘蛛听了这些真相之后,好象一下子大彻大悟了,她对佛主说:“世间最珍贵的不是‘得不到’和‘已失去’,而是现在能把握的幸福。”刚说完,佛主就离开了,蛛儿的灵魂也回位了,睁开眼睛,看到正要自刎的太子芝草,她马上打落宝剑,和太子深深的抱着……

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Ώστε ακόμα και εσείς έχετε ερωτική επιθυμία;


Μια μέρα, μια νεαρά γυναίκα μοναχός (bhikkhuni), παρουσιάσθηκε στο δάσκαλο Jōshū για να του αποτίσει τιμή. Μόλις τον αντίκρισε, την πλημμύρισε ένας πηγαίος θαυμασμός.
Αμέσως τον ρώτησε: "ποια είναι η κρυφή ουσία;" (εννοώντας που βρίσκεται το πραγματικό μυστήριο τις Βουδιστικής διδασκαλίας)
Ο δάσκαλος Joshu, με την άκρη του δαχτύλου του την τσίμπησε στον ώμο. Έκπληκτη και απογοητευμένη τον ρώτησε: "ώστε ακόμα και εσείς συνεχίζεται να έχετε μέσα σας αυτό τον σπόρο (της ερωτικής επιθυμίας);"
"Εσύ είσαι που τον έχεις μέσα σου", απάντησε ο δάσκαλος.


  一日,一位妙龄尼姑来参访赵州和尚,一见之下,不禁心生爱慕之意,赵州和尚得道高僧的风采实在令人心仪。她不禁近前问道:“如何是密密意?”意思是说,佛法真正的奥妙在哪里?赵州和尚用指头在她的手臂上掐了一下。尼姑一惊,道:“你也有这个在?”赵州和尚平和地说:“是你有这个在。”

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Άκαρδος κοσμικού ήθους!


Ζούσε κάποτε μια γυναίκα η οποία είχε μια καλύβα στην οποία μέσα συντηρούσε έναν μοναχό. Ο μοναχός απομονωμένος διαλογιζόταν εκεί μέσα πολλά χρόνια και ήταν μια νεαρή κοπέλα που του πήγαινε το φαγητό.
Μια μέρα, θέλοντας η γυναίκα να διαπιστώσει αν έχει κάνει κάποια πρόοδο ο μοναχός, ζήτησε από την κοπέλα την ώρα που του πηγαίνει το φαγητό να τον προκαλέσει ερωτικά.
Η κοπέλα φτάνοντας στην καλύβα έδωσε το φαγητό στο μοναχό και αφού αυτός έφαγε, αυτή τον αγκάλιασε σφιχτά όπως της είχε ζητήσει η γυναίκα και τον ρώτησε: "Πως με βρίσκεις;"
Ο μοναχός όμως χωρίς να δείξει την παραμικρή επιθυμία, της είπε παγερά: "Νιώθω σαν το νεκρό δέντρο που είναι ριζωμένο πάνω στον ψυχρό βράχο. Καταχείμωνο χωρίς ίχνος θερμότητας."
Η κοπέλα επέστρεψε και ανέφερε στην γυναίκα ότι συνέβηκε.
"20 χρόνια τον τάιζα, και τελικά αποδείχθηκε πως είναι ένας άκαρδος κοσμικός!", είπε η γυναίκα και με μιας έδιωξε τον μοναχό και έκαψε την καλύβα την οποία του είχε φτιάξει.

从前有位老妇人,建了座茅庵,供着一个禅僧修行多年,并常叫一位少女给这位禅僧送饭。

    一天她想试一试这位修行禅定工夫怎样了,便跟送饭少女嘱咐了几句话叫她这么去做。

    那少女抱住和尚说:“你喜欢我吗?”

    不料那和尚却冷冰冰地用偈语答道:“枯木倚寒岩,三冬无暖气!”

    少女回报了这情形后,老妇人叹了口气说:“想不到我二十年供养,只得个无情俗汉!”她赶走了和尚,放把火把茅庵烧了。

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Δεν γνωρίζω αυτό τον άνθρωπο


Ο Qizhong(Chigiri Naka;) υπήρξε ένας μεγάλος δάσκαλος του Ζεν κατά την περίοδο Meiji στην Ιαπωνία. Για πολλά χρόνια μάλιστα ήταν ο ηγούμενος στο μοναστήρι Tōfuku-ji στο Kyoto. Μια μέρα, ο νέος τότε κυβερνήτης του Kyoto επιθυμώντας να επισκεφθεί τον δάσκαλο, έστειλε έναν αγγελιοφόρο να παραδώσει ένα μήνυμα με το οποίο ζητούσε την άδεια για μια ακρόαση (με τον δάσκαλο άλλωστε, ήταν γνωστοί από παλιά). Πάνω στο χαρτί υπέγραφε ως "Κυβερνήτης του Κιότο, Kunimichi Kiragaki".
Ο δάσκαλος αφού το διάβασε είπε: "Δεν τον γνωρίζω αυτό τον άνθρωπο. Δεν βλέπω γιατί να θέλω να τον συναντήσω."

Ο αγγελιοφόρος απολογούμενος επανήλθε αργότερα με το ίδιο αίτημα, μόνο που τώρα πάνω στο σημείωμα είχαν παραλειφθεί οι τίτλοι και ήταν υπογεγραμμένο απλά με το όνομα "Kiragaki". Βλέποντας ο δάσκαλος το όνομα πάνω στο νέο μήνυμα, είπε στον αγγελιοφόρο:
"Α ναι! Ο Kiragaki είναι! Φυσικά και τον περιμένω να έρθει να με δει!"

契仲是日本明治时代的禅宗大师,曾任京都东福寺主管多年。一天新任京都总督首次拜访他,侍者送上写有‘京都总督北垣’的名片,他看了说:“我跟这个家伙没有瓜葛,不想见他!”

    侍者送还了名片,并向总督表示歉意。北垣说:“那是我的错。”随用笔将‘京都总督’四个字抹掉,烦请侍者再通报一次。

    大师看了抹掉头衔的名片以后说:“噢,是北垣啊,我要见这个家伙!”

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Μια μέρα χωρίς εργασία, μια μέρα χωρίς τροφή


Ο δάσκαλος Baizhang συνήθιζε να κάνεις τις χειρωνακτικές εργασίες μαζί με τους μαθητές του -εργασίες όπως το ξεχορτάριασμα, το κόψιμο των ξύλων και το σκούπισμα. Δεν υπήρχε κάτι το οποίο δεν έκανε. Έτσι συνέχισε ακούραστος μέχρι τα 80 του χρόνια.

Βλέποντας όμως οι μαθητές του πως είναι αρκετά προχωρημένης ηλικίας πλέον και αφού ο δάσκαλος δεν άκουγε τις παροτρύνσεις των μαθητών του να σταματήσει την εργασία, σκέφτηκαν να του κρύψουν τα εργαλεία ώστε να μην μπορεί να τα βρει!
Την μέρα εκείνη ο δάσκαλος όντως δεν μπόρεσε να δουλέψει, αλλά προς έκπληξη των μαθητών δεν θέλησε να φάει κιόλας. Τις επόμενες δυο μέρες επαναλήφθηκε η ίδια ιστορία.

Μη έχοντας άλλα περιθώρια οι μαθητές, πήραν τα εργαλεία από εκεί που τα είχαν κρύψει και τα επανέφεραν στην αρχική τους τοποθεσία. Ο δάσκαλος τα έπιασε και ξεκίνησε πάλι την δουλειά και τότε ήταν που άρχισε να τρώει ξανά. Όταν οι μαθητές του τον ρώτησαν γιατί έτσι, ο δάσκαλος απάντησε: "Αν μια μέρα δεν εργασθείς, δεν δικαιούσαι να φας".

百丈禅师常常与学生们一起劳动,锄草、砍柴、扫地无所不作,直到八十高龄仍然劳作不休。

    学生们见他年纪大了,不堪劳作,劝他休息他又不肯,就想了个法子把他的所有工具都藏了起来。

    这位大师当日没有工作,也就没有吃饭,第二天第三天依然如此。

    学生们无法可施,只好把工具放回了原处。这位大师又工作了,同时也开始吃东西了。学生们问他为什么这样,他说:“一日不作,一日不食。”

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Συγχώρεσε με για την ενόχληση


Ο δάσκαλος Zongyan όταν ήταν 12 χρονών, εφάρμοζε ήδη τις τεχνικές διαλογισμού της σχολής Tiantai. Ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, ενώ είχε πολύ ζέστη, καθόταν δίπλα στην είσοδο διαβάζοντας τις γραφές. Όντας μικρός δεν άντεχε πολύ την ζέστη και τελικά την ώρα που ο δάσκαλος βγήκε έξω, άπλωσε τα πόδια του και αποκοιμήθηκε.
Είχε κοιμηθεί για αρκετές ώρες, όταν μες τον ύπνο του άκουσε την φωνή του δασκάλου που επέστρεφε. Την στιγμή εκείνη ήταν ήδη πολύ αργά για να κάνει κάτι, οπότε ντροπιασμένος απλά έσκυψε το κεφάλι του πάνω στο κατώφλι της εισόδου.

Όμως ο δάσκαλος δεν είχε διάθεση να τον τιμωρήσει. Αντιθέτως όταν έφτασε εκεί, με πολύ προσοχή και σεβασμό -σαν να προσπερνάει κάποια εξέχουσα προσωπικότητα- επανέλαβε ξανά και ξανά "συγχώρεσε με για την ενόχληση" και συνέχισε τον δρόμο του.

宗演大师十二岁的时候。就已经参修天台宗的‘止观’了。

    在一个夏天的午后,天气炎热,他坐在门边地上读经,小小年纪的他实在耐不住困倦,终于在老师外出的时候摊开四肢睡着了。

    他睡了几个小时,忽然听到老师返回的声音,这时已来不及回避,他觉得不好意思,只好趴在门槛上了。

    “对不起,对不起。”老师轻声说着,小心翼翼地从他身上跨过,仿佛跨过一个贵宾的身体。